ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ: «Γράφω μουσική όπως λειτουργώ αισθητικά στη ζωή»

97

 

Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ «ΕΣΤΟΥΔΙΑΝΤΙΝΑ» ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΟΡΕΙΑΣ

«Ο τρόπος που σκέπτομαι και ο τρόπος που γράφω μουσική έχει να κάνει με τον τρόπο που λειτουργώ αισθητικά στη ζωή μου», δηλώνει στη «Σημερινή» ο Ανδρέας Κατσιγιάννης

«Όσο μέσα σου θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς ν’ αφήνεις το τρένο να φεύγει χωρίς εσύ να μετέχεις σ’ αυτό το ταξίδι»

«Ταξίδεψα σε όλον τον κόσμο ως μουσικός. Αυτή ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που μου πρόσφερε ένα «μεταπτυχιακό», μπορώ να πω. Ήταν ένα μεγάλο φορτίο, το οποίο έπρεπε μέσα μου να μετασχηματιστεί σε ένα δημιουργικό κομμάτι»

«Ξεκίνησα από το μεράκι και την αγάπη για τη μουσική. Πιστεύω πως για να κάνεις πράγματα σήμερα, δεν μπορείς να αγνοείς το παρελθόν. Σε ηλικία, λοιπόν, 17 με 18 χρονών, είχα τη ζωντάνια και την αγωνία να ανακαλύψω τη μουσική. Ενώ ξεκίνησα με κλασικές σπουδές, είχα ιδιαίτερη αγάπη στα παραδοσιακά όργανα και ασχολήθηκα με το σαντούρι και με διάφορα άλλα όργανα της μουσικής μας παράδοσης.

Μέσα από τη μουσική μου ενασχόληση, ανακάλυψα μέσα από τους δίσκους των 78 στροφών και τις παλιές ηχογραφήσεις ότι, πριν από μας, υπήρχε ένας κόσμος μαγικός, ο οποίος έβαλε τις βάσεις και τα θεμέλια σε αυτό που λέμε σήμερα νέο ελληνικό τραγούδι, και η ρίζα αυτής της γέννας που λέγεται νεότερο ελληνικό τραγούδι», δηλώνει σε συνέντευξή του στη «Σημερινή» ο ιδρυτής της ελληνικής ορχήστρας παραδοσιακής μουσικής «Εστουδιαντίνα», Ανδρέας Κατσιγιάννης.

Ανασκοπώντας τις απαρχές της μουσικής του πορείας, αναφέρει πως «δεκαοχτώ χρονών, μένοντας σε μια προσφυγική συνοικία στη Νέα Ιωνία του Βόλου, αποφασίσαμε μαζί με φίλους μου μουσικούς, συνομήλικους, μικρότερους και μεγαλύτερους, να κάνουμε ένα σχήμα, δανειζόμενοι τον όρο Εστουδιαντίνα, που σημαίνει «Σπουδαστήριο». Ήταν οι ορχήστρες που είχαν ανθίσει στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη στις αρχές του 20ού αιώνα. Παίζαμε αυτήν τη μουσική με τον δικό μας τρόπο ως φορείς της παράδοσης, αναφέροντας τη δική μας ματιά και το δικό μας είναι. Έτσι, σιγά-σιγά δημιουργήθηκε αυτή η ορχήστρα, η οποία άρχισε δειλά-δειλά να δίνει κάποιες παραστάσεις. Από τότε που «ξεκίνησε το ταξίδι» η ορχήστρα συμπληρώνει, σχεδόν, δύο εικοσαετίες μέχρι σήμερα», εξηγεί.

Πάντα έβαζα τη δικιά μου πινελιά

Μετά τη δημιουργία της «Εστουδιαντίνας», ποιος ήταν ο δεύτερος συνταρακτικός σταθμός;

Ήταν η διείσδυση της «Εστουδιαντίνας» πέρα απ’ τη γνωστή οδό του «συστήματος». Η «Εστουδιαντίνα» να γίνει αγαπητή στον κόσμο, αγαπητή στον χώρο των συναδέλφων μουσικών, να αποτελέσει πρότυπο για τα νέα παιδιά και να εισέλθει μέσα στη δισκογραφία σπάζοντας τα δεδομένα και δημιουργώντας μια νέα κίνηση, λέγοντας ότι δεν χρειάζεται να προέρχεσαι από αυτό που λέμε «main stream», αλλά μπορείς και μόνος σου να καταφέρεις πράγματα. Εδώ, όμως, υπήρχε η σημαντική συμβολή ενός ανθρώπου, ο οποίος ήταν ο παραγωγός μας στις πρώτες μας δισκογραφικές δουλειές, που είχανε πολύ μεγάλη εμπορική απήχηση. Κάναμε πολλά πράγματα μαζί και ακόμη συνεχίζουμε να κάνουμε. Είναι ο Γιώργος Νταλάρας. Θεωρώ ότι είναι ο «πατέρας» και ο «προστάτης» προς το παιδί που προέρχεται από τη δική του φροντίδα.

Η πόλη του Βόλου ποιο ρόλο έπαιξε στην πορεία σου σ’ αυτή τη μουσική;

Η πόλη του Βόλου, από την πρώτη στιγμή, αγκάλιασε αυτήν την κίνηση. Και ο Δήμος τότε της Νέας Ιωνίας, που ήταν ανεξάρτητος Δήμος. Ήμασταν τυχεροί γιατί υπήρχαν άνθρωποι που δεν γνώριζαν, αλλά πίστεψαν σ’ αυτό το όραμα. Είναι πολύ σημαντικό!

Είσαι ένας πολύ νέος συνθέτης ηλικιακά, αλλά έχεις καταφέρει ένα τεράστιο έργο μέχρι σήμερα, από συνθέσεις τραγουδιών μέχρι μουσική για κινηματογράφο και θέατρο. Πώς τα κατάφερες;

Παρατηρώντας την πορεία μου μέσα στην «Εστουδιαντίνα», θα δεις ότι πάντα έβαζα τη δικιά μου πινελιά σε ό,τι έκανα. Είτε είναι παλιά μουσική είτε είναι νεότερη. Ωστόσο, νιώθω περισσότερο μουσικός παρά δημιουργός. Ο μουσικός πρέπει να έχει την αίσθηση του δημιουργού. Σιγά-σιγά, λοιπόν, άρχισα να «φτιάχνω» το δικό μου κόσμο μέσα στη μουσική και να καταθέτω τις δικές μου εμπειρίες.

Υπήρξα και τυχερός. Από νεαρή ηλικία συνεργάστηκα με πολύ σπουδαίους ανθρώπους, με πολύ μεγάλους δασκάλους, με τον Μ. Θεοδωράκη, με τον Γ. Μαρκόπουλο, με τον Στ. Ξαρχάκο, με τον Στ. Κουγιουμτζή, με τον Γ. Νταλάρα. Με μεγάλες τραγουδίστριες, όπως η Χ. Αλεξίου, η Μ. Φαραντούρη. Ταξίδεψα σε όλον τον κόσμο ως μουσικός. Αυτή ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που μου πρόσφερε ένα «μεταπτυχιακό», μπορώ να πω. Ήταν ένα μεγάλο φορτίο, το οποίο έπρεπε μέσα μου να μετασχηματιστεί σε ένα δημιουργικό κομμάτι. Αυτό το δημιουργικό κομμάτι μού έδωσε την ευκαιρία να μπορώ να γράφω μουσική και τραγούδια για τον κινηματογράφο και το θέατρο.

Μια σημαντική στιγμή στη ζωή μου ήταν που κατάφερα να γράψω τον Ύμνο των Μεσογειακών Αγώνων. Είναι κάτι που θα με ακολουθεί για πάντα. Αποτελεί τον επίσημο Ύμνο σε έναν παγκόσμιο θεσμό. Μέσα σε αυτό το ταξίδι και τη σύμπραξη με ανθρώπους με διαφορετικές κουλτούρες από άλλες χώρες, με την αναζήτηση αυτή και τη σπιρτάδα, θα έλεγα, δημιούργησα τον δικό μου κόσμο στο τραγούδι.

Ένας από τους σημαντικούς σου σταθμούς είναι και ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη με πρόσκληση του Ωνασείου Ιδρύματος.

Ναι. Στο Hall of Jazz at Lincoln Center της Νέας Υόρκης. Με σπουδαίο ακροατήριο όπως τους Simon & Garfunkel και τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Lincoln Center, ο οποίος μας έδωσε συγχαρητήρια. Με τη συμμετοχή, επίσης, του Ara Dinkjian, του σπουδαίου Αρμένιου μουσικού, που ζει στη Νέα Υόρκη.

Υπάρχουν και άλλοι σταθμοί. Μεταξύ αυτών και η συνεργασία με τον Peter Gabriel. Πολύ σημαντικός σταθμός. Είναι ένα ταξίδι, το οποίο, νομίζω, ότι δεν τελειώνει. Όσο μέσα σου θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς να αφήνεις το τρένο να φεύγει χωρίς εσύ να μετέχεις σ’ αυτό το ταξίδι.

«Δεν θα μπορούσα να επηρεαστώ από κάτι το οποίο δεν με αγγίζει»

Σύντομα αναμένουμε δύο δίσκους σου να κυκλοφορήσουν. Ο ένας είναι σε συνεργασία με τον Γιώργο Νταλάρα και ο άλλος με τον Μπάμπη Τσέρτο. Μίλα μας γι’ αυτές τις δυο δουλειές.

Πρώτα θα μιλήσω για τη συνεργασία μου με τον Γιώργο Νταλάρα. Από χρόνια έκανα διάφορα μεμονωμένα τραγούδια. Ο Γιώργος είχε μια πολύ ωραία συμμετοχή σε μια δουλειά που έκανε πάνω σε ποίηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πριν από οκτώ περίπου χρόνια είχαμε κάνει ένα πολύ ωραίο τραγούδι σε στίχους του Ισαάκ Σούση «Γι’ αυτό υπάρχουν οι φίλοι». Δημιουργήθηκαν κάποια νέα τραγούδια. Είναι έντεκα λαϊκά τραγούδια μέσα από ιστορίες που μας χάρισαν φίλοι μας στιχουργοί, όπως η Λίνα Δημοπούλου, ο Ισαάκ Σούσης, ο Χρήστος Παγώνης, η Ελένη Γιανατσούλια, η Ελένη Φωτάκη, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Νίκος Μωραΐτης. Είναι έντεκα λαϊκές ιστορίες κι ένας δίσκος που νομίζω ότι θα κάνει ιδιαίτερη αίσθηση με συμμετοχή, βέβαια, της Ελένης Βιτάλη σε ένα ντουέτο με τη Μελίνα Ασλανίδου και τον Μίλτο Πασχαλίδη.

Κι έρχομαι τώρα στη συνεργασία με τον Μπάμπη Τσέρτο, ο οποίος είναι πολλά χρόνια φίλος μου, όπως και ο Γιώργος. Κατά καιρούς, διάφοροι φίλοι μάς έλεγαν ότι εμείς έπρεπε να είχαμε κάνει τραγούδια μαζί. Πριν από πέντε χρόνια, με τον Μπάμπη ξεκινήσαμε δειλά-δειλά να γράφουμε τραγούδια. Ερχόταν στον Βόλο, όπου έμενα τότε μόνιμα, και κάναμε πρόβες παίζοντας τα τραγούδια μας. Το ένα τραγούδι έφερε το άλλο, το άλλο, το άλλο… και μαζεύτηκε μια πολύ ωραία συλλογή με καινούργια τραγούδια. Είμαι πολύ χαρούμενος, γιατί είναι φτιαγμένα για το ήθος του Μπάμπη. Ο Μπάμπης διακατέχεται από ένα ήθος πέραν του ανθρώπου κι ένα ήθος για το τραγούδι. Δηλαδή, αυτή την ευγένεια, την αρχοντιά, το πλούσιο φως που έχει σαν άνθρωπος, τα μεταλαμπαδεύει μέσα στα τραγούδια. Νομίζω ότι τα τραγούδια που κάναμε μαζί έχουν τους εαυτούς μας και την αγάπη μας.

Ως ένας τόσο νέος συνθέτης πώς κατάφερες να έχεις μέσα στο καλάθι σου το παλιό και το ποιοτικό και το νέο ποιοτικό; Δηλαδή, κουβαλάς μια σημερινή αίσθηση της μουσικής και έχεις επηρεαστεί από το μοντέρνο και το ευτελές.

Δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω αλλιώς. Δεν θα μπορούσα να επηρεαστώ από κάτι το οποίο δεν με αγγίζει. Η μουσική για μένα είναι τρόπος ζωής. Δεν θα μπορούσα στη ζωή μου να ζω παρασιτικά. Είναι λίγο αιχμηρός και σκληρός ο λόγος μου. Θεωρώ ότι η μουσική είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τον άνθρωπο και κυρίως με την αισθητική του ανθρώπου. Δυστυχώς, οι κοινωνίες μας, μέσα σε αυτήν την εξέλιξη που έχουνε, χάνουν, πολλές φορές, την ουσία τους.

Το τραγούδι καλείται να σε επαναφέρει στη βάση σου. Για μένα, ο τρόπος που σκέπτομαι και ο τρόπος που γράφω μουσική έχει να κάνει με τον τρόπο που λειτουργώ αισθητικά στη ζωή μου. Την αισθητική, λοιπόν, την έχω πολύ ψηλά. Στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, με τους συντρόφους μου, με τα παιδιά μου, με τους συναδέλφους μου. Δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω πέρα από μια αισθητική, η οποία δεν εκφράζει εμένα.

Στην Κύπρο ήμουνα δυο εβδομάδες για τις παραστάσεις με τη Μιμή Ντενίση. Θεωρώ κι αυτήν τη συνεργασία σταθμό στην καριέρα μου. Φαντάσου ότι αυτήν την παράσταση στην Ελλάδα, την έχει δει πάνω από 300.000 κόσμος. Τη ζητάνε στην Αμερική, στην Ευρώπη, σε όλες τις εστίες των Ελλήνων ανά τον κόσμο να παιχτεί. Είχα την τύχη και την τιμή να κάνω τη μουσική της παράστασης και να την εκδώσω σε διάφορες χώρες του κόσμου.

Ακόμη και στην Τουρκία βρίσκεται αυτή η μουσική, παρόλο που μιλάει για τη Σμύρνη και την ιστορία της. Περίπου για ένα χρόνο βρίσκεται στα top ten των πωλήσεων. Είναι ένας συμβολισμός. Εμείς, ως λαοί, δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα με τους Τούρκους. Έχουμε κοινή ρίζα, κοινή παράδοση. Πολιτισμικά έχουμε διαφορές, αλλά έχουμε τη μουσική που μπορεί να γεφυρώσει όλες αυτές τις διαφορές. Γιατί η μουσική είναι υψηλή τέχνη. Είναι η τέχνη που μαλακώνει την ψυχή του ανθρώπου.

Είχα την τύχη και τη χαρά να γνωρίσω, εδώ στην Κύπρο, μια μούσα, θα έλεγα. Τη Βασιλική Χατζηαδάμου, με την οποία είχαμε κάνει μια συνέντευξη στο Ράδιο Πρώτο, τότε που είχα έρθει με τον Γιώργο Νταλάρα σε συναυλίες. Γνωρίζοντας την ευαισθησία του Πόλυ Κυριάκου όσον αφορά το στίχο σε κυπριακή διάλεκτο αλλά και την ενασχόληση της Βασιλικής με το κυπριακό παραδοσιακό τραγούδι, γεννήθηκε η ιδέα ενός δίσκου με έντεχνα τραγούδια στη διάλεκτο αυτή. Μια διάλεκτος η οποία αποτελεί βάση της ελληνικής μας γλώσσας, είναι η αρχαία μας ελληνική γλώσσα και πρέπει να θεωρούμαστε τυχεροί που στην Κύπρο διατηρείται αυτή η τόσο πλούσια και τόσο λαλίστατη και τραγουδιστή γλώσσα μέσα από τα πρόσωπα και τους αδελφούς μας Κυπρίους.

Με μεγάλη μου χαρά ξεκινάω αυτή τη συνεργασία. Άλλωστε η ιδιαίτερη σχέση και αγάπη που μας δένει μετά και από τη συνεργασία μας στο δίσκο με το τραγούδι «Κερύνεια», σε στίχους δικούς σου και μουσική Παντελή Θαλασσινού, που νομίζω ότι είναι το τραγούδι που απαλύνει τον πόνο κάθε Κυπρίου, αποτελεί μια γερή βάση για δημιουργικές, ποιοτικές δουλειές. Είναι, λοιπόν, μεγάλη μου τιμή και χαρά που ξεκινάμε τη συνεργασία αυτή και για το γεγονός ότι θα ντύσω με τη μουσική μου στίχους στην κυπριακή διάλεκτο.

Τι οργανώνεις για το εγγύς μέλλον;

Οργανώνω μια μεγάλη περιοδεία με την «Εστουδιαντίνα» στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία, την οποία σκηνοθετώ. Δεν δουλεύουμε μόνο μουσικά. Οι Έλληνες έχουν πατρίδες. Οι Έλληνες έχουν πατρίδα τον Πόντο, τη Μ. Ασία, την Κύπρο, την Κάτω Ιταλία. Παρουσιάζω αυτό το ταξίδι- περιοδεία με τη συμμετοχή του Μπάμπη Τσέρτου, του Δημ. Μπάση, της Μελίνας Ασλανίδου και του Κώστα Μακεδόνα. Παράλληλα, ετοιμάζω κάποια τραγούδια με τον Δημ. Μπάση και κάποια άλλα με την Ελ. Πέτα. Αλλά, νομίζω ότι αυτή η περιοδεία με την «Εστουδιαντίνα» είναι ένα από τα κομβικά σημεία, που με απασχολεί τώρα περισσότερο και θα είναι η αρχή ενός νέου ταξιδιού με πολλούς σταθμούς.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ 

Απάντηση