Η Πνευματική Πατρότητα στον Απόστολο Παύλο Στ΄ Ιερατική Σύναξη στη Μητρόπολη Δημητριάδος

55

Η Στ΄ Γενική Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, πραγματοποιήθηκε σήμερα (21/3) στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας.

Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Γεώργιος Κρουσταλάκης, Ομότιμος Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Η παιδαγωγική του Πνευματικού πατέρας τον Απόστολο Παύλο». (Σύγχρονη ψυχοπαιδαγωγική θεώρηση).

Εισαγωγικά ο κ. Καθηγητής, παρατήρησε ότι «Η έννοια της πνευματικής πατρότητος εκπηγάζει από την αντίστοιχη αντίληψη περί της πατρότητος του Θεοῦ και της θείας πατρικής σχέσης με τα τέκνα Του, δηλ. τους ανθρώπους… Ο πνευματικός πατέρας είναι το κύριο πρόσωπο στην πνευματική οικογένεια του Χριστού, την Εκκλησία… Η λειτουργία της πνευματικής πατρότητας είναι χαρισματική δωρεά του Αγίου Πνεύματος, η οποία, όμως, εξαρτάται άμεσα από την όλη προσωπικότητα του πνευματικού πατέρα. Κατευθύνεται δε από την εσώτερη πνευματοδίδακτη σοφία» καί όχι τόσο από την ψυχολογική πείρα, την παιδαγωγική κατάρτιση, τις εμπειρίες της ζωής και την ηλικία. Ο πνευματικός πατέρας, επομένως, μπορεί να μην είναι πολιός γέροντας, αλλά κάποιος φωτισμένος εν Αγίω Πνεύματι νέος άνθρωπος…».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, τόνισε ότι «Η πνευματική πατρότητα του Αποστόλου Παύλου εκδιπλώνεται και υλοποιείται ως λόγος δυνάμεως και ως παιδεία δυνάμεως, που καθοδηγεί στο δρόμο της ζωής… Σκοπός της εν Χριστώ αγωγής, που πραγματοποιείται μέσω της πνευματικής πατρότητας, είναι η υποβοήθηση του νέου ανθρώπου, η καθοδήγηση και η νουθέτησή του, ώστε να διανύσει με επιτυχία το στάδιο της «νηπιότητας» και της «παιδικότητας» και «παρακαλούμενος» και «παραμυθούμενος» να κατορθώσει να γίνει «άνδρας τέλειος»…».

Εμβαθύνοντας, στη συνέχεια, στην παιδαγωγική του Αποστόλου Παύλου σημείωσε: «Α. Ο Παύλος, συμβουλεύοντας, υποδεικνύει και ιχνηλατεί σε δρόμους φωτός, προσφέροντας τον εαυτό του και την βίωσή του ως υπόδειγμα ζωής… Β. Ο Απόστολος Παύλος, ως διακριτικός εν Χριστώ παιδαγωγός, συμβούλευε και καθοδηγούσε τα πνευματικά του παιδιά, ακλουθώντας πάντοτε την «αρχή της εξατομίκευσης», στο πλαίσιο της οποίας ενέτασσε κάθε παιδευτική του παρέμβαση… Γ. Σύμφωνα με τη βιωματική διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ο σύμβουλος, ο πνευματικός πατέρας, δεν πρέπει να αντιμετωπίζει  το «αμαρτωλό» πνευματικό του παιδί με επιθετική – ελεγκτική διάθεση, με ένα είδος αυστηρής επιτίμησης και καταδίκης, με συνειδητό ή ασυνείδητο αίσθημα υπεροχής ή ακόμη με υποβόσκουσα έπαρση, αλλά με κατανόηση, επιείκεια και συγκατάβαση… Δ. Ο πνευματικός πατέρας, λειτουργώντας ως παιδαγωγός, δεν παρωθεί πιεστικά το πνευματικό του τέκνο σε «παιδαγωγικά καλούπια», που έχει σμιλεύσει η προσωπική του προσδοκία και φιλοσοφία ζωής. Το αποδέχεται «όπως είναι», αναμένοντας την επίνευση της Χάριτος, η οποία θα επιφέρει σ’ αυτό την ευεργετική θεία αλλοίωση… Ε. Η αγαπητική και Αγιοπνευματική σχέση, που αναπτύσσεται με πρωτοβουλία του πνευματικού πατέρα, θα πρέπει -όπως συμβαίνει και στην οικογένεια- να λειτουργεί και στο πλαίσιο της πνευματικής κοινότητας ως σχέση αμοιβαιότητας με αμφίδρομη δυναμική… Στ. Μέσα σ’ αυτή την παιδαγωγική ατμόσφαιρα πατέρας και παιδί απαρτίζουν μία συνένωση υπάρξεων, μία συνάντηση δύο καρδιών που πάλλουν στους ιδίους ρυθμούς…».

 

Επόμενος ομιλητής ήταν ο κ. Κων/νος Κορναράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Βιοηθικές θεωρίες και θεολογικός λόγος στην Αγορά: Αντιθέσεις και συνθέσεις στην εποχή της εκκοσμίκευσης».

Ο ομιλητής αναφέρθηκε σε ένα ζήτημα αιχμής, όπως είναι η ραγδαία ανάπτυξη των βιοϊατρικών επιστημών στον σύγχρονο κόσμο και ο ρόλος της Βιοηθικής, ως επιστημονικού πεδίου, το οποίο συντίθεται από ποικίλες ηθικές θεωρίες, που προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στα ηθικά διλήμματα, που προκύπτουν από την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών. Αφού παρουσίασε, με συντομία, το εννοιολογικό πλαίσιο των ηθικών θεωριών, επεσήμανε στοιχειώδεις αδυναμίες που εμφανίζουν οι θεωρίες αυτές, κυρίως σε ό,τι αφορά στην ανθρωπολογία τους. Κατά τον ομιλητή, οι αδυναμίες αυτές της κοσμικής Βιοηθικής να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου καταδεικνύουν την αναγκαιότητα να γίνει ισότιμα αποδεκτός ο Θεολογικός λόγος στον δημόσιο επιστημονικό διάλογο (Αγορά). Η Εκκλησία, με τη στιβαρή θεολογική της παράδοση και τη σημαίνουσα θέση της στην ελληνική κοινωνία, μια κοινωνία της ύστερης νεωτερικότητας, όπου διάφορα ιδεολογικά ρεύματα διασταυρώνονται, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πυλώνα στον δημόσιο διάλογο, καταθέτοντας τη δική της πρόταση για τον τρόπο χρήσης των σύγχρονων τεχνολογικών επιτευγμάτων και πώς είναι δυνατόν αυτά να αποτελέσουν προκλήσεις αυτοσυνειδησίας του σύγχρονου ανθρώπου. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει και ο θεολογικός λόγος να αντιληφθεί ότι εάν επιθυμεί να συμβάλει ουσιαστικά στον δημόσιο αυτό διάλογο, οφείλει να αναδείξει την προφητική του αυθεντία μέσα στα ιστορικά δεδομένα, που σημαίνει να σεβαστεί το επιστημονικό έργο, στον βαθμό που το έργο αυτό δεν υποτιμά το ανθρώπινο πρόσωπο και να καταστήσει σαφές ότι τρόπος ερμηνείας των ανθρωπολογικών προβλημάτων δεν είναι το παρελθόν και το παρόν αλλά η προσδοκία της Αναστάσεως και το όραμα των εσχάτων.

Ακολούθησε συζήτηση και η σύνοψη των συμπερασμάτων από τον Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο.

 

Απάντηση