Άρνηση της τηλεκπαίδευσης…

100

Αναμφίβολα, η κατ’ οίκον τηλεκπαίδευση έχει «μπει» για τα καλά στη ζωή και τη καθημερινότητα πολλών οικογενειών, οι οποίες προσπαθούν –θέλοντας και μη- να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που επέβαλε το εκπαιδευτικό σύστημα, εξαιτίας του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού, υποκαθιστώντας έτσι τις σχολικές αίθουσες.

Δεν είναι λίγες οι φορές λοιπόν, που οι γονείς αδυνατούν να διαχειριστούν αυτό το νέο, πιλοτικό, εκπαιδευτικό πρόγραμμα, είτε λόγω της απειρίας τους επάνω στο τομέα της τεχνολογίας, είτε λόγω της έλλειψης υπομονής και ζητούν από καθηγητές την αρωγή τους. Συνεπώς, όπως προκύπτει η παραπαιδεία δεν σταμάτησε, όπως υποστηρίζουν  ορισμένοι, αλλά διαιωνίζεται, με τα «ψηφιακά ιδιαίτερα».

Σαν να μην έφταναν οι ατελείωτες ώρες που περνούσε ένα παιδί μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του για τις ανάγκες της τηλεκπαίδευσης, προστέθηκαν οι επιπλέον ώρες του διαδικτυακού φροντιστηρίου, για να συμπληρώσουν αυτήν την “εκπαιδευτική παρωδία”.

  Οι δάσκαλοι, μάχονται σε χαλεπούς καιρούς να ασκήσουν το επάγγελμα τους και να επιβιώσουν οικονομικά.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κενά στη τηλεκπαίδευση.

Αρχικά, κυριαρχεί η απροσωπία. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διδάξουν σε μαθητές που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν, να επικοινωνήσουν, να εντοπίσουν τις ιδιαιτερότητες τους, να αναπτύξουν σχέσεις εμπιστοσύνης, που αν μη τι άλλο είναι απαραίτητες, για την ορθή αξιολόγηση της πορείας και της συνολικής εικόνας ενός παιδιού.

Επιπλέον, πολλά παιδιά, εξαιτίας του απαρχαιωμένου εξοπλισμού τους ή των προβλημάτων σύνδεσης που στη χώρα μας είναι αρκετά έντονα, δεν μπορούν να διαβάσουν τα αναρτώμενα αρχεία και έτσι χάνουν την επαφή με το μάθημα. Ακόμη, τα άτομα που δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, είναι «καταδικασμένα» να παρακολουθούν επί ώρες μία μακροσκελή διάλεξη, χωρίς εικόνα και κυρίως χωρίς λόγο, χωρίς συμμετοχή, ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη διάδραση.

Ας μην ξεχνάμε, ότι υπάρχουν και μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες  και μαθητές με ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής Υπερκινητικότητα) που δυσκολεύονται να εστιάσουν το βλέμμα τους στη οθόνη ενός κομπιούτερ για πολλές ώρες.

Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και μαθητές που παλεύουν μόνοι τους, χωρίς φροντιστήρια ή βοηθήματα, χωρίς εγγράμματους γονείς και δίχως τους αναγκαίους πόρους που απαιτεί η τηλεκπαίδευση. Τους νέους αυτούς, οι δάσκαλοι συνήθιζαν να τροφοδοτούν με επιπλέον υλικό για μελέτη, κάτι το οποίο πλέον δεν είναι εφικτό.

Από την άλλη, μέσα σε μία τάξη υπάρχουν τα παιδιά που διακατέχονται από ποικίλες φοβίες ή βιώνουν ενδοοικογενειακή βία. Για τα άτομα αυτά η ιδέα της τηλεκπαίδευσης και της ανοιχτής κάμερας στον προσωπικό τους χώρο, δεν μπορεί παρά να είναι μία οδυνηρή και ψυχοφθόρα διαδικασία.

Γι’ αυτούς αλλά και για διάφορους άλλους λόγους, υπάρχουν εκπαιδευτικοί που θεωρούν την  τηλεκπαίδευση δυσεφαρμόστη.

Μπορεί όλοι μας να θέλουμε να βιοποριστούμε και ίσως πολλοί γονείς να αναρωτηθούν «Και τι θα κάνω; Θα αφήσω το παιδί χωρίς βοήθεια;» και έχουν πράγματι δίκιο, όμως τα ιδιαίτερα και τα διάφορα φροντιστήρια συγκροτήθηκαν με στόχο να αγκαλιάσουν τις δεξιότητες ενός μαθητή και να «σκύψουν» επάνω από τις ανάγκες του (τουλάχιστον αυτό υπόσχονταν). Δυστυχώς, όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, αυτό δεν είναι πια υλοποιήσιμο, αλλά μάλλον ευνοεί μόνο κάποιους «προνομιούχους» μαθητές.

Οφείλουμε να αναρωτηθούμε ποιες μπορεί να είναι με τη πάροδο του χρόνου οι επιπτώσεις της τηλεκπαίδευσης. Ίσως οι δημόσιοι λειτουργοί της εκπαίδευσης –αν και δυσαρεστημένοι- να μη δύνανται να κάνουν πολλά, ώστε να καταρριφθεί η παρούσα κατάσταση, ωστόσο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι, η μάθηση είναι δύσκολο να καλλιεργηθεί αποκλειστικά και μόνο με διαλέξεις εξ αποστάσεως,  βιντεοπαχνίδια, και τυποποιημένα, μηχανικά «τεστ πολλαπλής επιλογής».

 

Δέσποινα Κοτρόγια

 

Απάντηση