Χρήστος Τριαντόπουλος – Άρθρο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στο «ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

68

Με άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» της 13ης Δεκεμβρίου, με τίτλο «Ελληνική οικονομία: Πορεία μέσα στην πανδημία», ο Γενικός Γραμματέας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, κ. Χρήστος Τριαντόπουλος, αναλύει τις τρέχουσες μακροοικονομικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου να αναδείξει τις θετικές προοπτικές της την επαύριον της πανδημίας. Το άρθρο έχει ως εξής:

«Η διατύπωση μακροοικονομικών εκτιμήσεων σε ένα ευμετάβλητο και αχαρτογράφητο περιβάλλον, όπως αυτό που δημιούργησε η πανδημία του κορονοϊού, δεν είναι κάτι εύκολο. Ο μεθοδολογικά αρτιότερος δρόμος είναι αυτός της ανάπτυξης επιμέρους σεναρίων που θα καταλήξει σε ένα επικρατέστερο καθώς τα στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητας, όσο αυτή εξελίσσεται, ενσωματώνονται στη συνάρτηση. Το βασικό, λοιπόν, μακροοικονομικό σενάριο, όπως αυτό περιλαμβάνεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό για το 2021, εκτιμά ότι η τρέχουσα χρονιά θα κλείσει με ύφεση στο 10,5%, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη δυσμενέστερη πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, την πορεία κρίσιμων κλάδων της οικονομίας, τη δεύτερη φάση αυστηρών περιορισμών λόγω της πανδημίας και την υλοποίηση των κυβερνητικών μέτρων στήριξης.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, για το εννεάμηνο του 2020 o ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ -σε ετήσια βάση- έχει προβλεφθεί στο -8,7%, εκτίμηση που δεν απέχει από εκείνη που προκύπτει από τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ,  το τρίτο τρίμηνο του 2020 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 11,7% σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα η εκτίμηση για το εννεάμηνο να διαμορφώνεται στο -8,5%, επίπεδο χαμηλότερο από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης όπως η Ιταλία (-9,5%), η Γαλλία (-9,5%) και η Ισπανία (-11,5%).

Ωστόσο, αυτή η υφεσιακή πίεση στην οικονομία δεν φαίνεται να μεταφέρεται αντιστοίχως στην απασχόληση. Και αυτό είναι αποτέλεσμα των κυβερνητικών μέτρων που υλοποιούνται από την αρχή της πανδημίας και εστιάζουν τόσο στη στήριξη των επιχειρήσεων, όσο και στην προστασία της απασχόλησης. Έτσι, σύμφωνα με τα εποχικά προσαρμοσμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το Σεπτέμβριο του 2020 το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται στο 16,1% έναντι 15,9% το Φεβρουάριο του 2020.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, οι ιδιαίτερες συνθήκες της τρέχουσας περιόδου επηρέασαν την αποταμίευση, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 2020 οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων να διαμορφωθούν στα 155,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 13,4 δισ. ευρώ (+9,4%) σε σχέση με το Φεβρουάριο του 2020.

Ιδιαίτερο, όμως, ενδιαφέρον σε περιόδους αντίστοιχες της τρέχουσας -όπου αναζητούνται ενδείξεις αντίδρασης της οικονομίας σε απρόσμενες εξελίξεις και παρεμβάσεις- έχει η επιμέρους ανάλυση των συστατικών της οικονομικής δραστηριότητας. Και αυτές οι ενδείξεις αντίδρασης φαίνεται να παρέχονται μέσα από την ανάλυση των συνιστωσών του ΑΕΠ κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους, οπότε και η χώρα άφηνε, σταδιακά και προσεκτικά, την πρώτη φάση αυστηρών περιορισμών λόγω της πανδημίας.

Συγκεκριμένα, πάντα σε ετήσια βάση, η ύφεση του τρίτου τριμήνου αποδίδεται, κυρίως, στη συμπίεση των εξαγωγών υπηρεσιών, που μειώθηκαν κατά 80% λόγω των εξελίξεων στην τουριστική βιομηχανία. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το τρίτο τρίμηνο:

(α) Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1%, ανακτώντας τις απώλειες του προηγούμενου τριμήνου και παρέχοντας ένδειξη θετικής αντίδρασης της κατανάλωσης κατά την άρση των περιορισμών.

(β) Η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκε κατά 4,4%, ως αποτέλεσμα των κυβερνητικών μέτρων.

(γ) Οι επενδύσεις παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμες (-0,3%), υποδηλώνοντας ανθεκτικότητα σε αυτές τις συνθήκες, με τις κατασκευές, τον τεχνολογικό και το μηχανολογικό εξοπλισμό να σημειώνουν αύξηση.

(δ) Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 3,5%, υποδηλώνοντας εγχώρια αντανακλαστικά και προσαρμοστικότητα της παραγωγής.

(ε) Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 6,4%, ανακάμπτοντας, όμως, από το προηγούμενο τρίμηνο λόγω της κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Συνεπώς, η αρνητική επίδοση του τρίτου τριμήνου περιορίζεται, κυρίως, σε ένα συστατικό του ΑΕΠ, στις εξαγωγές υπηρεσιών λόγω της συρρίκνωσης του τουρισμού. Αντιθέτως, τα άλλα συστατικά, όπως η κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών, είχαν θετικό πρόσημο, συνιστώντας θετική ένδειξη για την αντίδραση και την ταχύτητα ανάκαμψης μετά από μία φάση αυστηρών περιορισμών. Αυτή η εικόνα αντίδρασης και ταχύτητας ανάκαμψης την επομένη μίας σταδιακής και προσεκτικής άρσης των αυστηρών περιορισμών, όπου ο υγειονομικός ορίζοντας θα έχει ξεκαθαρίσει, θα ενδυναμωθεί, μεταξύ άλλων, μέσα από την άμεση αξιοποίηση των πόρων του ταμείου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αλλά και τη θετική συνεισφορά της αποταμίευσης, καθώς, βέβαια, και με τη συνέχιση της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η ελληνική οικονομία θα ανακάμψει το 2021, με το ρυθμό ανάπτυξης να εκτιμάται στο +4,8%».

Απάντηση