Ελευθερίες ή θάνατοι;

134

Από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπου στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες είναι αναμφίβολα η ελευθερία, η αυτοδιάθεση, τα ατομικά δικαιώματα και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και απόψεων. Είναι τα βασικά θεμέλια των ελεύθερων κοινωνιών και χτίστηκαν με πολλούς αγώνες και αίμα. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις όπως η παρούσα με τη φονική πανδημία, όπου οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες εκ των πραγμάτων να αναστείλουν σε μεγάλο βαθμό αυτά τα κεκτημένα και να επιβάλουν διά νόμου νέους κανόνες συμπεριφοράς των ανθρώπων που στόχο έχουν την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού;

Πρέπει να πειθαρχήσουμε, λέει η κοινή λογική, για να προστατέψουμε τόσο εμάς όσο και τους γύρω μας, είτε αυτοί είναι ο οικογενειακός και φιλικός μας κύκλος είτε ευρύτερα οι συνάνθρωποί μας.

Και είναι αλήθεια ότι στον πρώτο καιρό της πανδημίας τουλάχιστον εμείς στην πατρίδα μας πειθαρχήσαμε σε πολύ μεγάλο βαθμό και συμβάλαμε καθοριστικά στην αντιμετώπιση του πρώτου κύματος, με τέτοιον τρόπο που γίναμε θετικό παράδειγμα σε όλο τον πλανήτη.

Μετά όμως, το περασμένο φθινόπωρο, όταν ήρθε το δεύτερο κύμα, κάτι δεν πήγε καλά και τα αποτελέσματα ήταν οδυνηρά και το καθυστερημένο κλείσιμο της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας έφερε μάλλον πενιχρά αποτελέσματα.

Η περιστολή των ελευθεριών μας δεν έγινε αδιαμαρτύρητα αυτή τη φορά, καθώς με την εξάπλωση του ιού έγινε εμφανής και η εξάπλωση της οικονομικής δυσπραγίας σε μεγάλο κομμάτι του ενεργού πληθυσμού. Εκτοτε και όσο περνάει ο καιρός και πάει μακριά η βαλίτσα, όλο και συχνότερα ακούμε φωνές αγανάκτησης που λένε ότι «δεν πάει άλλο, δεν αντέχω αυτή την κατάσταση». Και δεν είναι μόνο από χείλη νέων, οι οποίοι είναι αναμενόμενο να επαναστατούν στους περιορισμούς και στα μη και στα όχι του επιστημονικού ορθολογισμού.

Τα ακούμε και από τους ηλικιωμένους, οι οποίοι θεωρούν ότι ούτως ή άλλως το προσδόκιμο ζωής τους είναι περιορισμένο και δεν έχουν, όπως οι νέοι, όλη τη ζωή μπροστά τους κι αυτός ο «χαμένος χρόνος» με εγκλεισμό δεν μπορεί να αναπληρωθεί αργότερα, γιατί το «αργότερα» για κάποιους μπορεί να είναι πολύ αργά!

Κι έτσι φτάσαμε στο σημείο η κοινωνία να «βρίσκεται στα κάγκελα» και να βρίσκει μυριάδες τρόπους να ξεφύγει από τους περιορισμούς και μόλις βρεθεί μια χαραμάδα ελεύθερης κίνησης, όπως το πρόσφατο άνοιγμα της αγοράς, να ξεχυθούν όλοι στους δρόμους, χωρίς απαραίτητα να έχουν άμεση ανάγκη αγορών.

Απλά να κάνουν μια βόλτα γιατί μπούχτισαν. Θέλουν να δουν ανθρώπους, βιτρίνες καταστημάτων, να περπατήσουν ανάμεσα σε άλλους συνανθρώπους τους. Να χαζέψουν, έτσι, χωρίς λόγο, βρε αδερφέ, και να αλλάξουν παραστάσεις. «Τόσο κακό είναι;» σκέφτονται και όλα τα επιχειρήματα για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και τους οποίους έχουν χιλιοακούσει πάνε περίπατο.

Κι όταν οι νεολαίοι, οι φοιτητές αλλά και οι κομματικές παρατάξεις στις οποίες ανήκουν βλέπουν τις εικόνες με την κοσμοσυρροή στους εμπορικούς δρόμους, σκέφτονται και αποφασίζουν «γιατί όχι κι εμείς;».

«Γιατί να μη διαδηλώσουμε για τα αιτήματα και τα δικαιώματά μας, που στο κάτω της γραφής αλλάζουν νομοθετικά μέσα στην πανδημία. Εχει δηλαδή η κυβέρνηση», λένε, «το δικαίωμα να ψηφίζει νόμους που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων, αλλά δεν έχουμε εμείς το δικαίωμα να εκφράσουμε την αντίθεσή μας;».

Η απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη στο επιχείρημα «ας μη νομοθετούσατε τώρα, για να μη διαδηλώναμε».

Και τούτο γιατί, δύο μήνες πριν, στις επετείους μνήμης του Πολυτεχνείου και του Γρηγορόπουλου είδαμε πάλι συγκεντρώσεις και πορείες, τη στιγμή που το κράτος ανέστειλε τις εκδηλώσεις σε δύο εθνικές επετείους.

Οπως και να ’χει, η εξίσωση είναι δυσεπίλυτη. Την ίδια, όμως, στιγμή οι αριθμοί των ασθενών και των νεκρών από την πανδημία είναι αμείλικτοι και δεν δέχονται παρερμηνείες και ιδεολογικοθεωρητικές προσεγγίσεις.

Κακά τα ψέμματα, οι ζωές μας άλλαξαν, είτε το θέλουμε είτε όχι. Εχουμε μεγάλο και δύσκολο ακόμα δρόμο μπροστά μας και αλίμονο μη χρειαστεί σε κανέναν μας να νοσηλευτεί για να μετανιώσει για αυτά που έκανε επειδή μπούχτισε και δεν άντεχε άλλο τις απαγορεύσεις!

Γράφει ο Βασίλης Στεφανακίδης