Η πρόσφατη έναρξη της εθελοντικής στρατιωτικής υπηρεσίας γυναικών στον Στρατό Ξηράς αποτελεί μία σημαντική θεσμική πρωτοβουλία της Ελληνικής Πολιτείας. Μέσω του νέου πλαισίου παρέχονται συγκεκριμένα κίνητρα και δυνατότητες στις νέες γυναίκες που επιλέγουν να προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους στην εθνική άμυνα, αναγνωρίζοντας εμπράκτως τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών στην ασφάλεια της χώρας.
Η εξέλιξη αυτή αξίζει να αποτελέσει αφορμή για έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο. Όχι για να αμφισβητηθεί η ορθότητα του μέτρου, αλλά για να εξεταστεί κατά πόσο η ίδια λογική θεσμικής αναγνώρισης μπορεί να επεκταθεί και σε άλλους τομείς εθελοντικής προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο και το κράτος.
Στη σύγχρονη εποχή, η έννοια της εθνικής ασφάλειας έχει διευρυνθεί σημαντικά. Δεν αφορά αποκλειστικά την προστασία των συνόρων και την αποτροπή στρατιωτικών απειλών. Οι δασικές πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι σεισμοί, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι τεχνολογικές καταστροφές και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής αποτελούν πλέον απειλές που δοκιμάζουν καθημερινά την ανθεκτικότητα των κρατών και των κοινωνιών.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βίωσε με δραματικό τρόπο αυτή τη νέα πραγματικότητα. Από τον Έβρο έως τη Ρόδο και από τη Θεσσαλία έως την Αττική, χιλιάδες πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με φυσικές καταστροφές πρωτοφανούς έντασης. Σε όλες αυτές τις κρίσεις, δίπλα στις κρατικές δυνάμεις βρέθηκαν εθελοντές πυροσβέστες, εθελοντές πολιτικής προστασίας, διασώστες, χειριστές τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, ομάδες πρώτων βοηθειών και πλήθος ενεργών πολιτών.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν υπηρετούν για λίγους μήνες. Πολλοί από αυτούς αφιερώνουν χρόνια ή και δεκαετίες από τη ζωή τους στην εκπαίδευση, στην ετοιμότητα και στην επιχειρησιακή δράση. Συμμετέχουν σε πυρκαγιές, πλημμύρες, χιονοπτώσεις, διασώσεις και κρίσεις κάθε μορφής, συχνά θέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα, ενώ παράλληλα καλούνται να ανταποκριθούν στις οικογενειακές και επαγγελματικές τους υποχρεώσεις.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει την αξία του εθελοντισμού
Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται σε θεωρητικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ορισμένες από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές της σύγχρονης ιστορίας της. Οι καταστροφικές πυρκαγιές στον Έβρο το 2023, οι εκτεταμένες πυρκαγιές στη Ρόδο, καθώς και οι πρωτοφανείς πλημμύρες που προκάλεσε η κακοκαιρία «Daniel» στη Θεσσαλία, ανέδειξαν με τον πλέον σαφή τρόπο τον καθοριστικό ρόλο των εθελοντών στην αντιμετώπιση κρίσεων.
Στον Έβρο, όπου καταγράφηκε η μεγαλύτερη δασική πυρκαγιά που έχει σημειωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκατοντάδες εθελοντές πυροσβέστες και μέλη οργανώσεων πολιτικής προστασίας επιχειρούσαν επί ημέρες δίπλα στις επαγγελματικές δυνάμεις, συμβάλλοντας στην προστασία οικισμών, δασικών εκτάσεων και κρίσιμων υποδομών.
Στη Ρόδο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων πυρκαγιών, εθελοντές συμμετείχαν στην υποστήριξη των επιχειρήσεων, στη διαχείριση των μετακινήσεων πολιτών και επισκεπτών και στην παροχή βοήθειας σε πληγέντες, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση μιας κρίσης με διεθνή προβολή και σοβαρές επιπτώσεις για την εθνική οικονομία.
Στη Θεσσαλία, μετά το πέρασμα της κακοκαιρίας «Daniel», εθελοντές από κάθε γωνιά της Ελλάδας κινητοποιήθηκαν για απεγκλωβισμούς, διανομές ανθρωπιστικής βοήθειας, αντλήσεις υδάτων, μεταφορά εφοδίων και υποστήριξη των πληγέντων περιοχών, λειτουργώντας συχνά υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι οι εθελοντές δεν αποτελούν μία εφεδρική ή συμπληρωματική δύναμη. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εθνικού μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων. Η εμπειρία τους, η εκπαίδευσή τους και η διαθεσιμότητά τους συνιστούν ένα πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο, το οποίο οφείλει να προστατευθεί, να ενισχυθεί και να αξιοποιηθεί στρατηγικά.
Παρά τη διαχρονική τους προσφορά, η Πολιτεία δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αναγνώρισης και ενίσχυσης του εθελοντισμού στην Πολιτική Προστασία. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον το κράτος αναγνωρίζει την αξία της εθελοντικής προσφοράς στην άμυνα, γιατί να μη δημιουργήσει αντίστοιχα κίνητρα για όσους προσφέρουν στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας;
Το ζήτημα δεν είναι η δημιουργία προνομίων. Είναι η δημιουργία κινήτρων που θα ενισχύσουν την εθελοντική συμμετοχή, θα προσελκύσουν νέους ανθρώπους και θα αναβαθμίσουν τη συνολική επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας.
Η Πολιτική Προστασία του 21ου αιώνα δεν αποτελεί πλέον έναν συμπληρωματικό μηχανισμό του κράτους. Αποτελεί βασικό πυλώνα της εθνικής ανθεκτικότητας. Όπως η χώρα επενδύει στην εθνική άμυνα για να αντιμετωπίσει εξωτερικές απειλές, έτσι οφείλει να επενδύσει και στην πρόληψη και διαχείριση φυσικών καταστροφών, οι οποίες προκαλούν απώλειες ανθρώπινων ζωών, καταστροφή περιουσιών και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να εξεταστούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Η καθιέρωση Εθνικής Κάρτας Εθελοντή Πολιτικής Προστασίας.
Η μοριοδότηση της πιστοποιημένης εθελοντικής υπηρεσίας σε διαγωνισμούς του Δημοσίου και σε συναφείς φορείς.
Η πιστοποίηση των γνώσεων και δεξιοτήτων που αποκτώνται μέσα από την εθελοντική δράση.
Η παροχή κινήτρων προς εργοδότες που διευκολύνουν εργαζομένους να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις Πολιτικής Προστασίας.
Η αναγνώριση μέρους της ενεργού και πιστοποιημένης εθελοντικής υπηρεσίας ως ασφαλιστικού χρόνου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η θέσπιση προγραμμάτων υποτροφιών και εξειδικευμένων εκπαιδεύσεων.
Η θεσμοθέτηση τιμητικών διακρίσεων πολυετούς υπηρεσίας.
Η αναγνώριση της εθελοντικής προσφοράς ως πρόσθετου κοινωνικού κριτηρίου σε συγκεκριμένες διαδικασίες του Δημοσίου.
Η ενίσχυση της ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης των εθελοντών κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής τους δράσης.
Η δημιουργία μιας Εθνικής Εφεδρείας Πολιτικής Προστασίας αποτελούμενης από πιστοποιημένους και εκπαιδευμένους εθελοντές.
Οι προτάσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας ενός προβλήματος που σπανίως συζητείται. Πολλές εθελοντικές οργανώσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού τους. Η προσέλκυση νέων εθελοντών γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, καθώς οι απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής αυξάνονται και τα κίνητρα συμμετοχής παραμένουν περιορισμένα.
Παράλληλα, η επένδυση στον εθελοντισμό δεν αφορά μόνο την αναγνώριση των ήδη ενεργών εθελοντών. Αφορά τη δημιουργία μιας νέας γενιάς πολιτών με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, επιχειρησιακές δεξιότητες και διάθεση προσφοράς. Κάθε νέος άνθρωπος που επιλέγει να ενταχθεί σε μια εθελοντική οργάνωση αποτελεί έναν πολλαπλασιαστή ασφάλειας για την κοινωνία και έναν πολύτιμο κρίκο στην αλυσίδα της εθνικής ανθεκτικότητας.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που συχνά απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο είναι ότι οι εθελοντές δεν ζητούν μισθολογικά προνόμια ούτε ειδική μεταχείριση. Ζητούν αναγνώριση, εκπαίδευση, ασφάλεια, θεσμική υποστήριξη και αξιοποίηση της εμπειρίας τους. Ζητούν ένα κράτος που θα θεωρεί την προσφορά τους πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο και όχι απλώς μία συμπληρωματική βοήθεια σε περιόδους κρίσης.
Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί στο επίπεδο των διαπιστώσεων. Ίσως έχει πλέον ωριμάσει ο χρόνος για τη συγκρότηση μίας ειδικής νομοπαρασκευαστικής και επιστημονικής επιτροπής, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του Πυροσβεστικού Σώματος, της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, των εθελοντικών οργανώσεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και ειδικών επιστημόνων. Αποστολή της θα μπορούσε να είναι η καταγραφή των αναγκών, η αξιολόγηση των διεθνών πρακτικών και η διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου για την αναβάθμιση και την αναγνώριση του εθελοντισμού στην Πολιτική Προστασία. Οι άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά στο πεδίο των επιχειρήσεων διαθέτουν πολύτιμη εμπειρική γνώση, η οποία οφείλει να αξιοποιηθεί κατά τη διαμόρφωση των μελλοντικών πολιτικών και όχι να παραμένει ανεκμετάλλευτη. Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα αποτελούσε μόνο πράξη δικαιοσύνης προς τους εθελοντές, αλλά και στρατηγική επένδυση στην εθνική ανθεκτικότητα της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.
Η Ελλάδα ορθώς επενδύει στην ενίσχυση της εθελοντικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Ωστόσο, η σύγχρονη εθνική ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την άμυνα των συνόρων. Εξαρτάται επίσης από την ικανότητα της χώρας να προστατεύει τους πολίτες της από πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς και κάθε μορφή φυσικής ή ανθρωπογενούς απειλής.
Η επένδυση στον εθελοντισμό της Πολιτικής Προστασίας δεν αποτελεί κοινωνική παροχή. Αποτελεί επένδυση στην εθνική ανθεκτικότητα, στην κοινωνική συνοχή και στην ασφάλεια της Ελλάδας.
Πρόταση Δημόσιου Διαλόγου
Η παρούσα παρέμβαση δεν αποσκοπεί μόνο στην ανάδειξη ενός ζητήματος θεσμικής αναγνώρισης των εθελοντών της Πολιτικής Προστασίας, αλλά και στην έναρξη ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου για το μέλλον του εθελοντισμού στην Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να εξεταστεί η συγκρότηση ειδικής νομοπαρασκευαστικής και επιστημονικής επιτροπής υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του Πυροσβεστικού Σώματος, της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, των εθελοντικών οργανώσεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και ειδικών επιστημόνων.
Αποστολή της επιτροπής θα μπορούσε να είναι η καταγραφή των αναγκών, η μελέτη διεθνών καλών πρακτικών και η διαμόρφωση προτάσεων για ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο ενίσχυσης και αναγνώρισης του εθελοντισμού στην Πολιτική Προστασία.
Οι εθελοντές που βρίσκονται καθημερινά στο πεδίο των επιχειρήσεων διαθέτουν πολύτιμη εμπειρική γνώση, η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί στη χάραξη πολιτικής. Η ενίσχυση του εθελοντισμού δεν αποτελεί μόνο πράξη αναγνώρισης προς τους πολίτες που προσφέρουν. Αποτελεί στρατηγική επένδυση στην εθνική ανθεκτικότητα, στην κοινωνική συνοχή και στην ασφάλεια της χώρας.
Όταν η πατρίδα καλεί, οι εθελοντές είναι πάντοτε παρόντες. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η Ελληνική Πολιτεία είναι έτοιμη να αναγνωρίσει θεσμικά, με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια στρατηγική αντίληψη, όλους εκείνους που επί χρόνια προσφέρουν ανιδιοτελώς στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, της κοινωνίας και της πατρίδας.
Η ενίσχυση του εθελοντισμού στην Πολιτική Προστασία δεν είναι μια δαπάνη. Είναι μία από τις ασφαλέστερες επενδύσεις που μπορεί να πραγματοποιήσει ένα σύγχρονο κράτος για το μέλλον του. Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα η Πολιτεία να εξετάσει πώς η θεσμική αναγνώριση που παρέχει σήμερα σε άλλες μορφές εθελοντικής προσφοράς μπορεί να επεκταθεί και σε εκείνους που, εδώ και χρόνια, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών και του φυσικού περιβάλλοντος της πατρίδας μας.




















