Όταν τα στόματα ανοίγουν…

63

Αναμφίβολα, όσο περισσότερα στόματα κακοποιημένων ανθρώπων «ανοίγουν», τόσο μεγαλώνει η κακεντρέχεια ορισμένων ατόμων που «τσακίζουν» και «κηλιδώνουν» το ζήτημα.

Εδώ και χρόνια η κακοποιητική συμπεριφορά κάθε μορφής (π.χ. ψυχολογικής, σωματικής, σεξουαλικής, συναισθηματικής κτλ.) διώκεται από τον νόμο, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα σιωπηλά εγκλήματα στον κόσμο. Σύμφωνα με έρευνες, ένας στους τρεις κάποια στιγμή στη ζωή του έχει δεχτεί βία, ενώ σύμφωνα με την ίδια μελέτη σπάνια καταγγέλλεται στις αρχές, διότι τα θύματα πιστεύουν ότι κανείς δεν θα τους δώσει σημασία.   

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι θύτες είναι συνήθως άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση που προσπαθούν να αποδείξουν ότι μέσα από αυτή την επιθετική συμπεριφορά εξουσιάζουν και γι’ αυτό αξίζουν.  Μάλιστα, πολλοί από αυτούς συνηθίζουν να δικαιολογούν την έλλειψη αυτοελέγχου τους, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στο θύμα ή σε άλλους εξωγενείς παράγοντες, όπως οι καταχρήσεις ή τα προβλήματα που βιώνουν.

Εξαιτίας αυτού, η σεξουαλική κακοποίηση «ακροβατεί» πολλές φορές στην κοινή σκέψη, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα (λ.χ. το θύμα ευθύνεται για τη κακοποίηση του ή του αρέσει κατά βάθος). Καθημερινά ακούμε απόψεις, όπως «Μετά από τόσα χρόνια, τώρα το θυμήθηκε;», «Οι φεμινίστριες θα βαφτίσουν ακόμη και το φλερτ παρενόχληση», «Το κάνουν για τη δημοσιότητα, έχει γίνει μόδα» και «Όταν φοράνε προκλητικά ρούχα είναι αναμενόμενο».

Όσον αφορά στο «γιατί τώρα» καλό θα ήταν να αναλογιστούμε, ότι εάν εν έτη 2021 συνεχίζουμε να κατηγορούμε το θύμα για ό,τι του συνέβη, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί οι άνθρωποι αυτοί θεωρούσαν ότι η κοινωνία δε θα τους άκουγε.

Επίσης, χρήσιμο θα ήταν να αναρωτηθούμε εάν το άτομο που υπέστη κακοποίηση ήταν σε θέση τη δεδομένη στιγμή να μιλήσει και εάν το υποστήριζε το οικείο ή φιλικό του περιβάλλον.

Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις η βία συμπεριλαμβάνει εκφοβισμό ή απειλές, τόσο για το θύμα, όσο για την οικογένεια του, με αποτέλεσμα οι θύτες να τρομοκρατούν το άτομα και να επιτυγχάνουν έτσι την υποταγή τους. Άλλωστε, ο φόβος είναι ο κυριότερος λόγος ίσως που οι άνθρωποι δεν αντιδρούν. Παρ’ όλα αυτά, με την κατάλληλη βοήθεια μπορούν να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους και να αντιδράσουν. Ας μη μειώνουμε τα συμβάντα με τη καχυποψία μας και ας σταθούμε δίπλα, όχι απέναντι τους, λειτουργώντας με διακριτικότητα και σεβασμό.

Εν έτη 2021 καλό θα ήταν να αναλογιστούμε ποσό επιβεβλημένη κρίνεται η αλλαγή των προτύπων. Η βία δεν είναι ιδιωτική, αλλά κοινωνική υπόθεση που μας αφορά όλους ανεξαιρέτως. Γιατί μας αξίζει μία καλύτερη ζωή, με αξιοπρέπεια.

Δέσποινα Κοτρόγια

Απάντηση