Που πάνε τα λεφτά μας;

42

Διαβάζω την ανακοίνωση του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, με την οποία προειδοποιεί ότι ένα τρίτο lockdown στην αγορά θα βάλει οριστικό λουκέτο στα μισά καταστήματα και επιχειρήσεις.

Δεν έχω κανένα στοιχείο, δεν γνωρίζω αν οι άνθρωποι που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο είναι υπερβολικοί -που μάλλον είναι-, αλλά σίγουρα, έστω και αν υπερβάλλουν, το βέβαιο είναι ότι η αγορά ζει το μεγαλύτερο δράμα από την πρώτη και πιο σκληρή μνημονιακή εποχή. Υπάρχουν επιχειρήσεις που τους τελευταίους μήνες, δηλαδή από τον Νοέμβριο και μετά, έμειναν απολύτως κλειστές, όπως π.χ. της εστίασης, όπου μερικές από αυτές δουλεύουν με παραγγελίες για φαγητό στο σπίτι ή καφέ στο όρθιο, αλλά και κάποιες άλλες που πολύ απλά έβαλαν λουκέτο διότι το προϊόν και οι υπηρεσίες τους δεν προσφέρονταν προς μεταφορά, δεν έμπαιναν δηλαδή σε «πακετάκι για το σπίτι». Οπως υπάρχουν και οι ξενώνες του χειμερινού τουρισμού, οι οποίοι είναι μερικές χιλιάδες και προφανώς λόγω της απαγόρευσης μετακίνησης δεν σταύρωσαν πελάτη, αλλά και επιχειρήσεις όπως αυτές του λιανεμπορίου, οι οποίες δουλεύουν στο 30% του συνηθισμένου τζίρου τους, άρα -απλά μαθηματικά- δεν βγαίνουν.

Το κράτος έχει προβλέψει από πέρυσι τον Μάρτιο μια σειρά από μέτρα για όλους αυτούς, καθώς επίσης και για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και ελεύθερους επαγγελματίες (επιστρεπτέες προκαταβολές, αποζημιώσεις σε πληττόμενους, επιδοτήσεις κ.λπ.), τα οποία σε ποσό ξεπερνούν τα 24 δισ. ευρώ. Γιʼ αυτό τα νούμερα της ανεργίας και η πτώση των εισοδημάτων είναι μεν πρωτόγνωρα, αλλά δεν υποδηλώνουν και καταστροφή, έως τώρα τουλάχιστον. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται πολιτικά και από τα άλλα νούμερα, εκείνα των δημοσκοπήσεων, οι οποίες μόνο κατάρρευση της δημοτικότητας της κυβέρνησης δεν δείχνουν. Αν είχε συμβεί αυτό, θεωρώ ότι θα φαινόταν, όπως και έγινε λίγους μήνες μετά την επιβολή των τριών μνημονίων και από τις τρεις κυβερνήσεις που πέρασαν. Στο πρώτο του ΠΑΣΟΚ, στο δεύτερο της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου και στο τρίτο του ΣΥΡΙΖΑ, τα ποσοστά τους γκρεμίστηκαν σχεδόν αμέσως, μέσα σε οκτώ μήνες από την εφαρμογή τους.

Το θέμα μας σήμερα βεβαίως δεν είναι αυτό, γιατί εκλογές δεν έχουμε και θεωρώ ότι δεν θα έχουμε για ένα ή και δύο ακόμα χρόνια. Αντιθέτως, το ζήτημα που πρέπει να δει η κυβέρνηση είναι το μείγμα αυτών των ενισχύσεων που προτίθεται να δώσει για αρκετούς μήνες, αφού η αγορά δεν πρόκειται να συνέλθει πριν από το τέλος του χρόνου. Εχουμε μπροστά μας ένα πολύ σκληρό δεκάμηνο, αλλά και την ελπίδα να αρχίσει η βελτίωση με τα εμβόλια και τον καλό καιρό από τον Απρίλιο.Πρέπει, λοιπόν, να ξαναδούν ποιος επιδοτείται και πώς και φυσικά να ερευνήσουν πού πήγαν -και πού πάνε- τα κεφάλαια που πήραν οι τράπεζες για να βοηθήσουν την οικονομία, δηλαδή τις επιχειρήσεις και κυρίως τις μικρομεσαίες. Για να εξηγηθώ καλύτερα, όλοι γνωρίζουμε γύρω μας κόσμο που εισέπραξε μερικές χιλιάδες ευρώ (ή και δεκάδες χιλιάδες) από τις επιστρεπτέες προκαταβολές (οι οποίες δεν φαίνεται να… επιστραφούν και πολύ), που δεν σταμάτησε να εργάζεται ούτε λεπτό, ή κάποιες εποχικές επιχειρήσεις που εισπράττουν και τον χειμώνα ενώ λειτουργούν μόνο καλοκαίρι.

Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί επαγγελματίες που δεν μπορούν λόγω πανδημίας να εργαστούν και παίρνουν ψίχουλα. Στο πρώτο lockdown, λοιπόν, ίσως ήταν λογικό να συμβαίνουν τόσα λάθη, αλλά τώρα πρόκειται απλά για σπατάλη πόρων και αδικία.

Ο δρόμος προς την ομαλότητα στην αγορά και την οικονομία φαίνεται να είναι πολύ μακρύς και γιʼ αυτό άλλωστε το Ταμείο Ανάκαμψης προέβλεψε για πρώτη φορά τόσο μεγάλα κεφάλαια στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Θα πάρει χρόνια, σύνθετη λειτουργία, ικανούς ανθρώπους και πολλή προσπάθεια για να ξαναβρεί ρυθμό η παγκόσμια οικονομία.
Γράφει ο Τάσος Καραμήτσος

Απάντηση