Σέρρες: Το δηλητηριασμένο ροξ – Σκότωσε τον αρραβωνιαστικό της γιατί ήταν σεξουαλικά ανίκανος

62

«Βρε παιδιά νιώθω κάτι να μου καίει τα συκώτια. Ίσως να είναι το ροξ που έφαγα. Ευτυχώς δεν το έφαγα ολόκληρο», είπε ο 27 χρόνος Φώτης, που πέταξε λίγα λεπτά νωρίτερα το μισό γλυκάκι. Οι πέντε κότες που το γεύτηκαν, κείτονταν ήδη νεκρές. Το ίδιο θα συνέβαινε και στον Φώτη λίγες ώρες αργότερα.

Μια παρέα νεαρών διασκέδαζε στο καφενείο του χωριού το βράδυ της 25ης Μαρτίου 1961. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ο Φώτης συνόδεψε την 23χρονη αρραβωνιαστικιά του Πασχαλιά στο σπίτι της, όπου και παρέμεινε για λίγη ώρα, για να επιστρέψει αργότερα και πάλι στην παρέα των φίλων του. Είχε περάσει καλά, αλλά τον πονούσε το στομάχι. Κατά τις 2 τα ξημερώματα έφτασε στο σπίτι αλλά οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Η μητέρα του θα του φτιάξει μια λεμονάδα για να απαλύνει τον πόνο του παιδιού της, αλλά δεν θα φέρει αποτέλεσμα. Ο Φώτης θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι του σπιτιού του.

«Τροφική δηλητηρίαση από ένα γλύκισμα ροξ που αγόρασε από τον μικροπωλητή Μπάμπη» θα γράψουν οι τοπικές εφημερίδες. Όμως ο αιφνίδιος θάνατός του θα προβληματίσει τις Αρχές, που το επόμενο τρίμηνο θα συνεχίσουν να ερευνούν την υπόθεση. Ο νεαρός Φώτης καταγόταν από μια εκ των πλουσιότερων οικογενειών της περιοχής, ενώ ο θάνατός του «βύθισε» την κωμόπολη του Χρυσού των Σερρών σε βαρύ πένθος.

Το αρχικό πόρισμα που ήθελε το γλύκισμα να βρίσκεται σε αποσύνθεση δεν έπεισε την αστυνομία, η οποία ευρίσκεται τελείως ανεξήγητο από τα συστατικά της Παρασκευής του γλυκού να παράγονταν τόσο δραστικό και δηλητηριώδες μείγμα μόνο από την αποσύνθεση του. Επομένως για την αστυνομία, έπρεπε κάποιος τρίτος να είχε ρίξει στο ροξ δραστικό δηλητήριο. Ποιος όμως; Αρχικά η αστυνομία αποφάσισε να παρακολουθήσει την μνηστή του άτυχου νέου αλλά και πολλούς φίλους του εξετάζονται όλες τις πιθανές εκδοχές για την διαλεύκανση της υπόθεσης.

Την επόμενη μέρα από την δηλητηρίαση και το θάνατο του Φώτη η αστυνομία έστειλε τα σπλάχνα του στο τοξικολογικό εργαστήριο της Αθήνας για να διακριβωθεί ποιο ήταν το δηλητήριο που περιείχε το γλύκισμα. Δύο μήνες αργότερα έφτασε στην αρμόδια εισαγγελία η απάντηση του τοξικολογικού εργαστηρίου η οποία ανέφερε ξεκάθαρα ότι ο Φώτης είχε δηλητηριαστεί από παραθείο. Η αστυνομία ξεκίνησε τις ανακρίσεις σε ανθρώπους του περιβάλλοντος του. Έπειτα από δυο ημέρες, η αρραβωνιαστικιά του «έσπασε» από την εξαντλητική ανάκριση και παραδέχθηκε ότι ήταν εκείνη που έβαλε το δηλητήριο στο γλυκό με σκοπό να αυτοκτονήσει, αλλά το έφαγε εν άγνοια της ο αρραβωνιαστικός της.

Μεταξύ προανάκρισης και ανάκρισης θα πει ότι δεν άντεχε τον παντρευτεί γιατί ήταν σεξουαλικά ανίκανος και θα επιμείνει ότι το γλυκό προοριζόταν για την ίδια και από λάθος το έδωσε σε εκείνον.

Ο Φώτης έφαγε το μισό γλύκισμα που του προσέφερε και πέταξε το υπόλοιπο στην αυλή του σπιτιού της. Από την έρευνα προέκυψε πως την επομένη, κάποιες κότες της οικογένειας της 23χρονης είχαν ψοφήσει και αυτό έκανε τις αρχές να βάλουν στο μικροσκόπιό τους το γλύκισμα που είχε φάει ο νεαρός άνδρας και μέρος του πέταξε στην αυλή του σπιτιού. Οι κάτοικοι του Χρυσού κατέθεσαν ότι η νεαρή Πασχάλια είχε εξαναγκασθεί από τους γονείς της να μνηστευθεί τον Φώτη, αλλά αυτός δεν ήταν λόγος για να αυτοκτονήσει, αφού μπορούσε -όπως έλεγαν- να εγκαταλείψει τον μνηστήρα της. Μάλιστα, κάποιοι ήθελαν την νεαρή Πασχαλιά ερωτευμένη με τον με τον μικρότερο αδελφό του Φώτη.

Η δίκη

Η 23χρονη Πασχαλιά κάθισε στο εδώλιο του Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης. Η παρ’ ολίγον πεθερά της θα την κατακεραυνώσει με την κατάθεσή της, δηλώνοντας πεπεισμένη ότι ήταν εκείνη που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της. «Ο γιος μου εκείνο το βράδυ είχε μαζί του περίπου 60.000 δρχ. και 10 χρυσές λίρες, τα οποία του είχε δώσει ένας θείος του. Για αυτό τον σκότωσε για να πάρει τα χρήματα και να τα ξοδέψει σε διασκεδάσεις στην πόλη» είπε στο δικαστήριο η μαυροφορεμένη γυναίκα.

Κατά την απολογία της η 23χρονη Πασχαλιά άλλαξε στάση, υποστηρίζοντας πως αγαπούσε τον αρραβωνιαστικό και την οικογένειά του, αλλά και πως κανένα παράπονο δεν είχε από τις… ικανότητες του Φώτη. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι ήταν εκείνος που ήθελε να πάρει τα γλυκά και έστειλε την αδελφή της κατηγορουμένης να τα αγοράσει. «Ο Φώτης έστειλε νωρίτερα την αδελφή μου να αγοράσει τρία ροξ. Όταν του τα έφερε, της πρόσφερε το ένα και τα άλλα δυο τα έβαλε στην τσέπη του. Γυρίζοντας στο σπίτι μου και ενώ βρισκόμασταν στην αυλή, μου πρόσφερε το ένα γλυκό και εκείνος έφαγε μέρος από το άλλο» είπε η Πασχαλιά στο δικαστήριο, ενώ η αδελφή της την επιβεβαίωσε.

«Η κατηγορουμένη δεν ήταν δυνατό να διαλύσει τους αρραβώνες της με το θύμα, γιατί θα ερχόταν σε σύγκρουση με τους συγχωριανούς της, οι αντιλήψεις των οποίων για το θέμα του αρραβώνα και του γάμου ήταν εντελώς διαφορετικές. Ταυτόχρονα, αυτή αισθανόταν κάποια έλξη για τον αδερφό του θύματος, Λευτέρη» είπε ο εισαγγελέας Δελαπόρτας στην αγόρευσή του, χαρακτηρίζοντας την Πασχαλιά ως μια γυναίκα «χωρίς κανένα ηθικό δισταγμό» και ζητώντας την ενοχή της για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Τελικά, το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση, αναγνωρίζοντας στην νεαρή Πασχαλιά το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και την καταδίκασε σε κάθειρξη 12 ετών.

πηγή

Απάντηση