Λαoκρατική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν: Η πρώτη λαοκρατική, κοινοβουλευτική και κοσμική δημοκρατία στον μουσουλμανικό κόσμο

97

 

Παρά το γεγονός ότι διαιρέθηκαν από τη Ρωσία και το Ιράν και στερήθηκαν τη δική τους κρατική υπόσταση στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Αζερμπαϊτζανοί βίωσαν την εθνική αφύπνιση και αγωνίστηκαν για την ελευθερία τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτός ο αγώνας κορυφώθηκε με τη διακήρυξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν (ΛΔΑ) στη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 1918. Από το 1991, η ημέρα αυτή αποτελεί επίσημη αργία στο Αζερμπαϊτζάν και γιορτάζεται ως Ημέρα της Δημοκρατίας.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας σηματοδότησε τον σχηματισμό της πρώτης Λαοκρατικής Δημοκρατίας κοινοβουλευτικού μοντέλου στον μουσουλμανικό κόσμο. Οι κύριες διατάξεις της Διακήρυξης που ενέκρινε το Εθνικό Κογκρέσο ζητούσαν μεταξύ άλλων την εδραίωση φιλικών σχέσεων με όλα τα έθνη, ιδίως με τα γειτονικά κράτη, εγγυήθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα σε όλους τους πολίτες που κατοικούσαν εντός των συνόρων του, ανεξάρτητα από εθνικότητα, θρησκευτική πίστη, κοινωνική τάξη και φύλο, και δημιούργησε ευρείες δυνατότητες ανάπτυξης για όλες τις εθνοτικές ομάδες που διέμεναν στην επικράτειά της. Το Αζερμπαϊτζάν εφαρμόζει τις ίδιες αρχές και σήμερα.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδρύθηκαν οι βασικοί κρατικοί θεσμοί και χωρίστηκαν σε τρεις κλάδους διακυβέρνησης. Έξι μήνες μετά την ανεξαρτησία, η Λαοκρατική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν εδραίωσε ένα κοινοβούλιο το οποίο αντικατόπτριζε  όλες τις εθνικές και θρησκευτικές ομάδες στη χώρα. Με 80 έδρες στη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα – Αζερμπαϊτζανοί, 21 έδρες – Αρμένιοι, 10 έδρες – Ρώσοι, 1 έδρα – Γερμανοί, 1 έδρα – Εβραίοι, 1 έδρα – Γεωργιανοί και 1 έδρα – Πολωνοί.

Η νεοσυσταθείσα δημοκρατία αντιμετώπισε προκλήσεις σχεδόν σε όλους τους τομείς. Δημιουργήθηκε εθνικός στρατός για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, έργο που εκπληρώθηκε με την αποκατάσταση της κυριαρχίας σε μια σειρά εδαφών.  

Δόθηκε μεγάλη προσοχή στην εκπαίδευση, με την ανακαίνιση ή την αντικατάσταση των παλιών σχολείων.  Ένα σημαντικό ορόσημο αποτέλεσε η ίδρυση του Κρατικού Πανεπιστημίου του Μπακού το 1919, το πρώτο σύγχρονο πανεπιστήμιο στην επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν. Παρά τις δυσκολίες και τις οικονομικές ελλείψεις, οι αρχές του Αζερμπαϊτζάν χρηματοδότησαν τη φοίτηση 100 νέων σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Αξιοσημείωτο επίτευγμα στη διαδικασία εκδημοκρατισμού ήταν επίσης η κατάργηση της λογοκρισίας, ένα κατάλοιπο της τσαρικής περιόδου.

Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα, το οποίο έθεσε τις βάσεις για τη δημοκρατική και κοσμική κρατική υπόσταση του Αζερμπαϊτζάν, ήταν το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Παραχωρώντας στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου το 1918, το Αζερμπαϊτζάν προηγήθηκε των Κάτω Χωρών (1919), των ΗΠΑ (1920), της Γαλλίας και της Ιταλίας (1945).

Ήδη από την αρχή, η Λαοκρατική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν διεξήγαγε μια ενεργή εξωτερική πολιτική. Εκτός από την οικοδόμηση διμερών σχέσεων με διάφορες χώρες, τη δημιουργία και φιλοξενία πολλών διπλωματικών αποστολών, η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν επιδίωξε επίσης τη διεθνή αναγνώριση στο υψηλότερο επίπεδο. Μια αντιπροσωπεία που μετέβη στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού, συναντήθηκε με παγκόσμιους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Γούντροου Ουίλσον, Προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος ξεκίνησε την πρώτη συζήτηση για το ζήτημα του Αζερμπαϊτζάν στο Συμβούλιο των «Τεσσάρων Μεγάλων» τον Μάιο του 1919. Ο Πρόεδρος Ουίλσον ανέφερε αργότερα τη συνάντησή του με εκπροσώπους του Αζερμπαϊτζάν στην ομιλία του στο Σαν Φρανσίσκο τον Σεπτέμβριο του 1919. Συγκεκριμένα, ο Ουίλσον περιέγραψε τη θετική του εντύπωση για την αντιπροσωπεία του Αζερμπαϊτζάν ως εξής:

«Γνωρίζετε πού βρίσκεται το Αζερμπαϊτζάν; Λοιπόν, μια μέρα ήρθε μια πολύ αξιοπρεπή και ενδιαφέρουσα ομάδα κυρίων που ήταν από το Αζερμπαϊτζάν. Δεν είχα χρόνο να μάθω από πού προέρχονταν, μέχρι να φύγουν. Αλλά αυτό που αντιλήφθηκα αμέσως ήταν το εξής: μιλούσαμε την ίδια γλώσσα όσον αφορά τις ιδέες, τις αντιλήψεις για την ελευθερία, τις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνη».

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ επίσης υποστήριξε το Αζερμπαϊτζάν. Μια βρετανική πρωτοβουλία στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού κατέληξε στην έκδοση ψηφίσματος της de facto αναγνώρισης της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν από τους Συμμάχους και την Αντάντ τον Ιανουάριο του 1920. Μια σειρά ξένων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, άνοιξαν διπλωματικές αντιπροσωπείες στο Μπακού κατά την περίοδο ΛΔΑ . Αυτό ήταν μια de-facto αναγνώριση, αν και καθυστερημένη. Η συμμετοχή του Αζερμπαϊτζάν στο σύστημα των διεθνών σχέσεων διακόπηκε λόγω της στρατιωτικής επέμβασης της Σοβιετικής Ρωσίας στις 28 Απριλίου 1920. Έχοντας παγιώσει την εξουσία τoυς στη Ρωσία, οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να συλλέγουν παλαιότερα τμήματα της αυτοκρατορίας τους και επέλεξαν το Αζερμπαϊτζάν ως τον πρωταρχικό ένα στόχο στον Νότιο Καύκασο, καθώς χρειαζόντουσαν απεγνωσμένα τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου του Μπακού.

Παρά την πτώση της ΛΔΑ, η εθνική ιδέα που καλλιεργήθηκε κατά τη διάρκεια των 23 μηνών της ανεξαρτησίας επιβίωσε και συνέβαλε στην αναβίωση ενός ανεξάρτητου Αζερμπαϊτζάν προς τα τέλη του 20ού αιώνα. Έχοντας αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της το 1991, η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν ανακήρυξε τον εαυτό της διάδοχο της Λαοκρατικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν και αποκατέστησε τα εθνικά χαρακτηριστικά της ΛΔΑ – τη σημαία, το έμβλημα και τον ύμνο. Μετά τις εξελίξεις του περασμένου έτους, το Αζερμπαϊτζάν έχει πλέον αποκαταστήσει την εδαφική του ακεραιότητα και προσβλέπει στην περαιτέρω ανάπτυξη των δημοκρατικών, οικονομικών, πνευματικών και πολιτιστικών αξιών, καθώς και στην ενίσχυση της περιφερειακής και ενδοπεριφερειακής πολυδιάστατης συνεργασίας.

Η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα που όχι μόνο διατηρούσε διπλωματική αντιπροσωπεία κατά την περίοδο της ΛΔΑ, αλλά συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των χωρών που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του σύγχρονου Αζερμπαϊτζάν στα πολύ πρώιμα στάδια της, το 1992. Έκτοτε, σε σχετικά σύντομη περίοδο αλληλεπίδρασης γίναμε στρατηγικοί εταίροι τουλάχιστον στον τομέα της ενέργειας. Είμαι πεπεισμένος ότι αμφότερες οι χώρες διαθέτουν ανεκμετάλλευτο δυναμικό για περαιτέρω προώθηση των σχέσεων σε νέους τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος διμερώς και εντός των διεθνών οργανισμών.

Απάντηση