Ο εθισμός ενός 24χρονου στα ηλεκτρονικά παιχνίδια– Συνέντευξη στη Δέσποινα Κοτρόγια

201

Όλο ένα και περισσότεροι είναι οι νέοι που επιλέγουν να «περνούν» τον χρόνο τους, επιδίδοντας τον εαυτό τους στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Ένας από αυτούς τους νέους είναι και ο 24χρονος Βαγγέλης Λ. που μίλησε στην ηλεκτρονική εφημερίδα VolosPress και αφηγήθηκε την δική του εμπειρία.

Όλα ξεκίνησαν, όπως είπε, όταν μετά από πολλές προσπάθειες έπεισε τον πατέρα του να του αγοράσει για δώρο Χριστουγέννων playstastion. Ήταν μόλις εννέα ετών, όπως δήλωσε, κι ζήλευε ορισμένους συμμαθητές που είχαν παιχνιδομηχανή, ενώ εκείνος όχι.

Ο ίδιος περιγράφει ότι τα περίτεχνα-εντυπωσιακά εφέ και τα ελκυστικά χρώματα, «μάγευαν» τα παιδικά του μάτια.

Παραδέχτηκε ότι μόλις το πήρε στα χέρια του άρχιζε να παίζει ακατάπαυστα και δεν σταμάτησε για χρόνια. Μάλιστα, αναφέρει ότι αυτό επηρέασε και τις σχολικές του επιδόσεις, καθώς ο μόνος στόχος στην ζωή του ήταν να τερματίσει το παιχνίδι.

Σταδιακά άρχισε να αμελεί ή να κάνει πρόχειρα τα μαθήματα του, προκειμένου να κλειδωθεί στο δωμάτιο του και να παίξει, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι σιγά-σιγά «βούλιαζε» στη δική του εικονική πραγματικότητα.

Στη συνέχεια, επισημαίνει ότι τα ηλεκτρονικά παιχνίδια λειτούργησαν ανασταλτικά και στην προσωπική του ζωή, καθώς απομονώθηκε από τον περίγυρο του και απέρριπτε τις κοινωνικές προσκλήσεις των φίλων του, για χάριν της εμμονής του να σημειώσει υψηλή βαθμολογία στο παιχνίδι.

Έτσι, οι μόνοι φίλοι που του είχαν απομείνει ήταν εκείνοι που μοιράζονταν την ίδια «αγωνία» στο «κυνήγι» του ψηφιακού ρεκόρ, τονίζοντας ότι «Πίστευα ότι κοινωνικοποιούμαι, εκφράζομαι και επικοινωνώ με τα παιδιά της ηλικίας μου. Τότε ήταν που «ξέφυγα» εντελώς. Είχαν βγει και στην μόδα τα ίντερνετ καφέ, με το Call of Duty και το σαββατοκύριακο ήμουν μόνιμους θαμώνας τους».

Παράλληλα, προσθέτει ότι «Θυμάμαι ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι εκεί και στην αγορά δυναμωτικών ροφημάτων, για να μπορέσω να μείνω ξύπνιος για πάνω από 36 ώρες. Συνδεόμουν στο διαδίκτυο και μιλούσα με ανθρώπους που δεν γνώριζα από κοντά, αλλά τους έμαθα μέσα στο παιχνίδι. Τους έλεγα συντρόφους, γιατί πολεμούσα μαζί για να φτάσουμε στο επόμενο επίπεδο και να βελτιώσουμε τις δεξιότητες των ηρώων μας. Αυτό δημιουργεί μία αίσθηση ευθύνης και υποχρέωσης απέναντι τους, διότι εάν μία μέρα δεν παραστείς τους πουλάς».

Όπως εξομολογείται, τόσο η αισθηματική του ζωή, όσο και η προσωπική του υγιεινή, είχε παραμεληθεί αισθητά, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «Δεν αθλούμουν, είχα κακές συνήθειες ύπνου, τα μαλλιά μου ήταν λαδωμένα για μέρες, υποσιτιζόμουν και η σύναψη σχέσεων με το άλλο φύλο δεν με ενδιέφερε καν».

Παρόλα αυτά, παραδέχεται ότι πολλές φορές τα video games τον κούραζαν, τόσο σωματικά (π.χ. πονοκέφαλοι, επιβάρυνση της μυωπίας), όσο και ψυχολογικά, αφού όταν δεν κατάφερνε να «φτάσει» στο πολυπόθητο αποτέλεσμα απογοητεύονταν, ήταν νευρικός και η αυτοπεποίθηση του μειώνονταν σημαντικά. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, του ήταν αδύνατον να διακόψει.

Τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος, όπως αναφέρει, είχε μείνει στάσιμος, σε σχέση με τους υπόλοιπους συμμαθητές του που εξελιχθήκαν και προχώρησαν στην ζωή τους.

Αναφερόμενος στην οικογένεια του, ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του δεν «έβλεπαν» τον εθισμό του, αλλά πίστευαν ότι δεν ήθελε να εργαστεί, με αποτέλεσμα συχνά να έρχονται αναπόφευκτα σε ρήξη.

Βλέποντας τα πράγματα τώρα από μακριά, ο ίδιος αποδίδει τις ευθύνες για τον εθισμό του στα video games στο διαζύγιο των γονιών του, κατά τη περίοδο της εφηβείας του, καθώς τα ηλεκτρονικά παιχνίδια τον έκαναν να εκτονώνεται και να «ξεφεύγει» από το άγχος κι τη θλίψη του.

Παρόλα αυτά, όπως δηλώνει, αποφάσισε να αλλάξει την καθημερινότητα του και να αξιοποιήσει το πάθος του για τα video games εποικοδομητικά, όταν «βρήκε» δουλειά ως πωλητής σε ένα κατάστημα ενοικίασης κι πώλησης ταινιών ή ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Όπως σημειώνει επανακοινωνικοποιήθηκε, έκανε σχέση και σταμάτησε να είναι ενεργός παίκτης, αλλά δεν έπαψε να ενημερώνεται για τα παιχνίδια, προκειμένου να ανταπεξέρχεται στις ανάγκες του επαγγέλματος του και αυτό λειτούργησε, ως «υποκατάστατο».

Ωστόσο, αναφέρει ότι η καραντίνα τον «ξανακύλησε» και έτσι δίνει πάλι «μάχη», για να «ξεφύγει» από τον πειρασμό και την οπισθοδρόμηση του.

Τέλος, προέτρεψε τον κόσμο να περνά όσο καλύτερα μπορεί τις ημέρες του εγκλεισμού, αφιερώνοντας χρόνο στα αγαπημένα του πρόσωπα, ώστε να μην μετατραπεί το παιχνίδι σε εξάρτηση και ευχήθηκε να τελειώσουν όλα αυτά σύντομα και να επανέλθουμε στην κανονικότητα μας.

 

Απάντηση